:: Στοιχεία για το "Πίνδος" :: Τα χαρακτηριστικά

Επιλογές
Είσοδος Χρηστών
Όνομα Χρήστη:
Κωδικός:

Αν δεν είστε εγγεγραμμένος χρήστης στην εφαρμογή διαχείρισης έργων, επιλέξτε εδώ για να εγγραφείτε.

Δελτίο Ενημέρωσης

Εισάγετε το e-mail σας, παρακάτω, ώστε να εγγραφείτε και να λαμβάνετε το περιοδικό δελτίο ενημέρωσης του "Πίνδος".

E-mail:
ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (ΑΝΚΟ Α.Ε.)

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα των ορεινών όγκων  προσεγγίστηκε τόσο από την άποψη του σχεδιασμού, όσο και από εκείνης της  υλοποίησης πριν από πολλά χρόνια. Στη χώρα μας, η πρώτη προσέγγιση ολοκληρωμένης παρέμβασης σε ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες με κοινά γνωρίσματα επιχειρήθηκε μέσα από την Κοινοτική Πρωτοβουλία LEADER ΙΙ, που υλοποιήθηκε στη χώρα μας κατά την προγραμματική περίοδο 1996 – 2000 και συνεχίστηκε τόσο από την Κοινοτική Πρωτοβουλία LEADER+ όσο και από τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου (ΟΠΑΑΧ) κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο 2000-2008.

Η ευρύτερη περιοχή της οροσειράς της Πίνδου είναι ενταγμένη ήδη στη γενικευμένη διαδικασία της περιθωριοποίησης της γεωργικής δραστηριότητας και της υποβάθμισης της χρήσης του χώρου-εδάφους της, διαδικασία που παρατηρείται πλέον στο μεγαλύτερο μέρος των ορεινών και νησιώτικων περιοχών της Ελλάδας, αλλά και της Νότιας Ευρώπης.

Πέρα από τα χωρικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικό - οικονομικά αρνητικά επακόλουθα που συνδέονται με την εξέλιξη αυτή, απειλείται προπαντός και μάλιστα βραχυπρόθεσμα, η επιβίωση αγροτικών κοινωνιών με μακρά ιστορία και πολιτιστική παράδοση, με πλούσιες εμπειρίες και εξειδικεύσεις τόσο στον παραγωγικό τομέα όσο και στο επίπεδο της διαχείρισης του χώρου τους.

Ο μόνιμος πληθυσμός της περιοχής σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2001) είναι 277.112 κάτοικοι.

Διοικητικά ανήκει σε πέντε (5) Περιφέρειες, δεκατρείς (13) Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και εκατόν πενηνταεννέα (159) ΟΤΑ.

Όσον αφορά στις χρήσεις γης, οι δασικές εκτάσεις καταλαμβάνουν έκταση της τάξης του 34,8% στο σύνολο της περιοχής του προγράμματος, η γεωργική γη 20,9%, ενώ οι φυσικοί βοσκότοποι καταλαμβάνουν έκταση της τάξης του 10,35%, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στο ποσοστό αυτό τμήματα των δασικών εκτάσεων όπου δεν υπάρχουν ψηλά δάση, τμήματα καλλιεργούμενων εκτάσεων μετά τη συγκομηδή της παραγωγής κλπ που χρησιμοποιούνται ως περιοχές βόσκησης.

Η περιοχή του προγράμματος «ΠΙΝΔΟΣ», μετά την οριστική οριοθέτησή της, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα του κεντρικού κορμού της χώρας, με άξονα αναφοράς την οροσειρά της Πίνδου. Λόγω της έκτασης την οποία καταλαμβάνει, ξεπερνά τα όρια μιας «χωρικής ενότητας» ή ενός ορεινού όγκου. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να χαρακτηρισθεί περιοχή με απόλυτα ομοειδή χαρακτηριστικά  που να καλύπτουν όλες τις υποπεριοχές.

Σε γενικές γραμμές, εκτός από τον ορεινό και ημιορεινό χαρακτήρα του φυσικού περιβάλλοντος, μπορούμε να κάνουμε μια πρώτη κατηγοριοποίηση του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος ανάλογα με τον δυναμισμό που παρουσιάζουν οι οικισμοί.

Στην πρώτη βαθμίδα συγκαταλέγονται οι οικισμοί οι οποίοι για διάφορους περιοριστικούς λόγους (όπως δύσκολες κλιματικές συνθήκες, ανεπάρκεια τοπικών πόρων, πολεμικά γεγονότα κ.α.) έχουν εγκαταλειφθεί και η ανθρώπινη παρουσία είναι εμφανής μόνο σε περιόδους διακοπών.

Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγονται οι οικισμοί περιορισμένων παραγωγικών δυνατοτήτων με ανθρώπινη παρουσία, αλλά σε συνεχή πληθυσμιακή υποχώρηση.

Στην τρίτη κατηγορία συγκαταλέγονται δυναμικοί οικισμοί (στις παρυφές των οροσειρών) ή αναγνωρίσιμοι ήδη τουριστικοί πόλοι όπως π.χ. το Μέτσοβο, οι οποίοι έχουν αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα, είτε στον αγροτικό τομέα, είτε στην παροχή τουριστικών υπηρεσιών.

Σημαντική επίσης διαφοροποίηση προκαλούν τα πολιτιστικά πρότυπα, τα οποία αποτελούν συστατικά στοιχεία των χωρικών ή των ευρύτερων γεωγραφικών υποενοτήτων.

Υπάρχουν γεωγραφικές και αναπτυξιακές διαφοροποιήσεις µεταξύ των Περιφερειών του προγράμματος και σε όλες τις περιφέρειες υπάρχουν ενδοπεριφερειακές ανισότητες ανάπτυξης. 

Μια σηµαντική µεταβλητή, για την εξακρίβωση των χωρικών διαφοροποιήσεων και ανισοτήτων, είναι η µεταβολή του πληθυσµού. Αυτό που προκύπτει, µε βάση το µόνιµο πληθυσµό, είναι ότι υπάρχει µια γενικευµένη τάση πληθυσµιακής συρρίκνωσης, όπως σε όλες τις ορεινές και αγροτικές περιοχές.

Το πρότυπο παραγωγικής και κοινωνικής οργάνωσης που ήταν κυρίαρχο για εκατοντάδες χρόνια και στηρίζονταν στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή υποχωρεί και δίνει τη θέση του σε ένα νέο με την παροχή υπηρεσιών να αποκτά κυρίαρχο ρόλο.

Η περιοχή συνολικά αντιμετωπίζει αναπτυξιακή υστέρηση σε σχέση με τις πεδινές περιοχές. Η αναπτυξιακή της όμως υστέρηση μπορεί να γίνει πλεονέκτημα, αφού σε μεγάλο βαθμό το φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά και πολιτιστικά διαθέσιμα αποτελούν πολύτιμους εν δυνάμει αναπτυξιακούς πόρους.

Ωστόσο, η περιοχή εξακολουθεί να διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως:

·         Πλούσιους και σε μεγάλο βαθμό ανέπαφο φυσικό περιβάλλον.

·         Συσωρευμένη εμπειρία απασχόλησης στην κτηνοτροφία και κυρίως την εκτατική, με αξιοσημείωτη σύνδεσή της με την τοπική αγροτική παράδοση.

·         Μεγάλο αριθμό και ποικιλία από τοπικά - παραδοσιακά - ιδιότυπα προϊόντα και τρόπους παραγωγής και παρασκευής τους, που διατηρούν μακρόχρονη σχέση με τις περιοχές και τους κατοίκους.

·         Έντονη παρουσία παραδοσιακών πολιτιστικών στοιχείων στην κοινωνιογραφία, στην αρχιτεκτονική, στις τέχνες, στα ήθη και στα έθιμα των κατοίκων.

·         Σημαντικούς ορεινούς οικότοπους με πλούσια χλωρίδα και πανίδα, όπου διατηρούνται ακόμη πολύτιμα είδη του φυτικού και κυρίως του ζωικού βασιλείου.

Από την άλλη πλευρά, ήδη σήμερα διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο δυνατοτήτων και ευκαιριών για την διατήρηση, προστασία και την αξιοποίηση αυτών των πλεονεκτημάτων, που προσδιορίζεται από:

-        Τα αντικειμενικά αναπτυξιακά δεδομένα, που διαμορφώθηκαν  με την ολοκλήρωση της Εγνατίας οδού, το σχεδιασμό των κάθετων προς αυτή αξόνων, την αναβάθμιση του λιμανιού της Ηγουμενίτσας και με άλλα έργα βασικών και κοινωνικών υποδομών που υλοποιούνται ή βρίσκονται στο στάδιο του προγραμματισμού.

-        Τη μεταφορά εμπειρίας από το  «ευρωπαϊκό» μοντέλο περιφερειακής ανάπτυξης και ιδιαίτερα, των μειονεκτικών περιοχών.

-        Την εκφρασμένη πολιτική βούληση για υλοποίηση ενός ειδικού προγράμματος για την περιοχή αναφοράς.

-        Τη δέσμευση συγκεκριμένων πόρων για υλοποίηση έργων που εντάσσονται στο πρόγραμμα.

-        Τη θετική εμπειρία από τη λειτουργία ενός συστήματος παρακολούθησης του προγράμματος.

Με αυτά τα δεδομένα τίθεται το ζήτημα μίας σύνθετης προσέγγισης στην ανάπτυξη μιας περιοχής σε υστέρηση.

Στην κατεύθυνση αυτή, προτεραιότητα αποτελεί η ευχέρεια πρόσβασης σε όλη την έκταση της περιοχής. Η κινητικότητα προϋποθέτει οδικό δίκτυο και συνδέσεις όμορων περιοχών, δεδομένου ότι οι άλλες μεταφορικές υποδομές δεν μπορούν να αναπτυχθούν.